skip to main | skip to sidebar

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

ΑΟΖ και κατάργηση της υφαλοκρηπίδας

Το 1982, στο Montego Bay της Τζαμάικα, υπεγράφη η σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 16 Νοεμβρίου 1994. Η εν λόγω Σύμβαση αντικατέστησε τέσσερις παλαιότερες διεθνείς συνθήκες. Σε ψηφοφορία που έγινε στις 30 Απριλίου 1982, 130 κράτη ψήφισαν υπέρ, 4 κράτη κατά, και 17 τήρησαν αποχή. Ένα από τα 4 κράτη που καταψήφισαν τη Σύμβαση ήταν και η Τουρκία.

Μέχρι το τέλος του 2008 επικύρωσαν τη Σύμβαση 157 χώρες, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα (21 Ιουλίου 1995) και η Κύπρος (12 Δεκεμβρίου 1988). Στο περιεχόμενό της υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, λειτουργούν προς όφελος της Αθήνας και της Λευκωσίας:

1) Το πρώτο σημείο αφορά στη θέσπιση της έννοιας της ΑΟΖ (Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη), η οποία αποτελεί ένα από τα κύρια παράγωγα της Διάσκεψης για το Δίκαιο της Θάλασσας (1973-1982). Σύμφωνα με τον καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου Maryland, μέλος της ελλαδικής αντιπροσωπίας στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θαλάσσης και επιμελητή του πονήματος Greece and the Law of the Sea (Η Ελλάδα και το Δίκαιο της Θαλάσσης), δρ. Θεόδωρο Καρυώτη, ως ΑΟΖ ορίζεται «η πέραν και παρακείμενη της αιγιαλίτιδας ζώνης (σ.σ. εθνικά ύδατα) περιοχή, το πλάτος της οποίας μπορεί να φτάσει τα 200 ναυτικά μίλια (νμ) από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται το πλάτος της αιγιαλίτιδας ζώνης και εντός της οποίας το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα, σε θέματα που έχουν σχέση με την εξερεύνηση, την εκμετάλλευση, τη διατήρηση και διαχείριση των φυσικών πηγών ζώντων ή μη των υδάτων, του βυθού και υπεδάφους της θάλασσας, καθώς και κυριαρχικά δικαιώματα, που αναφέρονται στην εξερεύνηση και οικονομική εκμετάλλευση των ρευμάτων και των υπερκείμενων της θάλασσας ανέμων». Ο συγκεκριμένος ορισμός βασίζεται στα άρθρα 55, 56 και 57 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θαλάσσης.


2) Το δεύτερο σημείο είναι το άρθρο 121 παράγραφος 2, όπου προβλέπει ρητώς την ύπαρξη ΑΟΖ και για τα νησιά, όπως ακριβώς ισχύει για τις ηπειρωτικές περιοχές. Έτσι, τόσο η ηπειρωτική Ελλάδα όσο και η νησιωτική, και φυσικά η Κύπρος, έχουν το δικαίωμα να διαθέτουν ΑΟΖ. Η ΑΟΖ μπορεί να είναι μήκους έως 200 νμ σε ανοιχτή θάλασσα ή εάν υπάρχει σε κοντινότερη απόσταση ακτή άλλου παράκτιου κράτους, τότε χρησιμοποιείται η μέθοδος της «μέσης χάραξης», δηλαδή η θαλάσσια περιοχή χωρίζεται ακριβώς στη μέση. Κάτι που ισχύει για τις νήσους του ανατολικού Αιγαίου που βρίσκονται πλησίον των ακτών της Μικράς Ασίας.

3) Το τρίτο σημείο, το οποίο είναι και το σημαντικότερο, είναι το γεγονός πως η θέσπιση της ΑΟΖ ουσιαστικά ενσωματώνει και εξελίσσει την έννοια της υφαλοκρηπίδας, αποδυναμώνοντας τις τουρκικές αιτιάσεις. Υπενθυμίζεται ότι, για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η υφαλοκρηπίδα πρέπει να οριοθετηθεί με βάση την αρχή της «μέσης γραμμής», ενώ η Τουρκία υποστηρίζει ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν έχουν δικαίωμα υφαλοκρηπίδας και ότι η εγγύτητα των ελληνικών νησιών στα τουρκικά παράλια αποτελεί «ειδική περίσταση» που δικαιολογεί απόκλιση από την αρχή της «μέσης γραμμής».

Η διαμάχη ξεκίνησε το 1973, όταν η Τουρκία παραχώρησε άδεια διεξαγωγής ερευνών για πετρέλαιο σε υποθαλάσσιες περιοχές κοντά σε ελληνικά νησιά, ενώ, το 1974 και το 1976, τουρκικό ωκεανογραφικό σκάφος πραγματοποίησε παράνομες έρευνες στο Αιγαίο, με αποτέλεσμα την ελληνική προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο. Σημειώνεται, επίσης, ότι η υφαλοκρηπίδα είναι τμήμα του παράκτιου βυθού της θάλασσας και φθάνει μέχρι το σημείο που ο βυθός έχει απότομη κλίση 30 έως 45 μοίρες. Το τμήμα με την απότομη κλίση ονομάζεται «υφαλοπρανές», ενώ το μήκος της υφαλοκρηπίδας ποικίλλει, ανάλογα με τη μορφολογία της κάθε περιοχής. Κατά βάση υπολογίζονται τα 200 μέτρα από την ακτή.

Όταν η προέκταση της υφαλοκρηπίδας υπολογίζεται από ίχνη «ηπειρωτικής ακτής», τότε πρόκειται για ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα, ενώ όταν υπολογίζεται από ίχνη νησιωτικής ακτής», πρόκειται για νησιωτική υφαλοκρηπίδα. Σύμφωνα με το Διεθνές Δικαστήριο, τόσο στην ηπειρωτική όσο και στη νησιωτική υφαλοκρηπίδα, η κυριαρχία ανήκει στο κράτος, όπου ανήκουν οι αντίστοιχες ακτές, με εξαίρεση τις βραχονησίδες (οι οποίες στερούνται θεσμικής-νομικής υπόστασης της έννοιας «υφαλοκρηπίδα»).

Φυσικά και η υφαλοκρηπίδα έχει οικονομική σημασία, διότι συχνά βρίσκονται σε αυτήν ή κάτω από αυτή πολύτιμοι πόροι, όπως πετρέλαιο, φυσικό αέριο, μέταλλα, μαργαριτάρια κ.α. Με άλλα λόγια, η υφαλοκρηπίδα καλύπτει την έννοια μόνο μη ζώντων πόρων. Η εισαγωγή, όμως, της έννοιας της ΑΟΖ έρχεται να συμπληρώσει και ουσιαστικά να επικαλύψει την υφαλοκρηπίδα, αφού καλύπτει όλους τους φυσικούς πόρους (ζώντες ή μη), υποθαλάσσιους, στον βυθό ή στο υπέδαφος.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον δρ. Θ. Καρυώτη, «η νέα Σύμβαση έχει καταργήσει τη γεωλογική έννοια της υφαλοκρηπίδας», ενώ μια βασική διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών είναι το ότι «τα δικαιώματα ενός κράτους πάνω στην υφαλοκρηπίδα υπάρχουν ipso facto (αυτοδικαίως) και ab initio (εξ αρχής), ενώ η ύπαρξη της ΑΟΖ είναι δυνατή μόνο κατόπιν διακήρυξης των κυριαρχικών δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους. Το παράκτιο κράτος μπορεί να έχει υφαλοκρηπίδα χωρίς να έχει ΑΟΖ, ενώ το αντίστροφο δεν είναι δυνατόν.»

Ένα άλλο ζήτημα που δρα υπέρ της ελληνικής πλευράς αφορά στο ζήτημα των βραχονησίδων. Σύμφωνα με το άρθρο 121 της σύμβασης, που έχει τίτλο Καθεστώς των νήσων, ορίζεται σαφώς ότι «Νήσος είναι μια φυσικά διαμορφωμένη περιοχή ξηράς που περιβρέχεται από ύδατα και βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια των υδάτων κατά την μέγιστη πλημμυρίδα». Ο εν λόγω ορισμός είναι πανομοιότυπος με αυτόν που περιλαμβάνεται στη Σύμβαση της Γενεύης (1958) για τη Χωρική Θάλασσα και τη Συνορεύουσα Ζώνη (Convention on the Territorial Sea and the Contiguous Zone).

Αυτό αποδεικνύει ότι σε καμία σύμβαση δεν υπάρχει ορισμός όρων όπως «βραχονησίδα», «βράχος», «μικρόνησος» κ.ά. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, υπάρχουν μόνο νησιά, και απόδειξη αυτού είναι ότι, ακόμη και στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 121 που γίνεται λόγος για βράχους, εκλαμβάνονται ως νήσοι, από τη στιγμή που περιλαμβάνονται στο άρθρο «Καθεστώς των νήσων», χωρίς να υπάρχει κάποιος άλλος ορισμός που διαφοροποιεί τη νομική έννοια του βράχου. Η λέξη «βράχος» δεν σημαίνει ότι το συγκεκριμένο γεωλογικό μόρφωμα δεν είναι νησί, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 121 της νέας σύμβασης.

Σημειώνεται ότι η Τουρκία δεν έχει κυρώσει ούτε τη Διεθνή Συνθήκη για την Υφαλοκρηπίδα (1958), ούτε τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982), οι οποίες ορίζουν την υφαλοκρηπίδα την ΑΟΖ. Ωστόσο, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει δεχτεί ότι τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην υφαλοκρηπίδα αποτελούν διεθνές εθιμικό δίκαιο και τα άρθρα 1-3 της Συνθήκης του 1957 ισχύουν για όλα τα κράτη, ανεξάρτητα από το αν την έχουν κυρώσει.


ΤΑ ΝEΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΕ ΑΙΓΑΙΟ, ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

Από τα προαναφερθέντα απορρέει εύλογα το συμπέρασμα ότι το διεθνές δίκαιο προβλέπει την εγκαθίδρυση της ΑΟΖ έκτασης έως 200 νμ., στην οποία το εκάστοτε παραθαλάσσιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα αναφορικά με την εκμετάλλευση των -φυσικών (ζώντων ή μη), υποθαλάσσιων ή στο υπέδαφος- πόρων της. ΑΟΖ έχουν και τα νησιά, ενώ ο νέος αυτός θεσμός έχει υποσκελίσει την έννοια της υφαλοκρηπίδας, η οποία δεν είναι δυνατόν να εξετάζεται χωρίς τη σύνδεση της με την ΑΟΖ.

Η πάγια θέση της Άγκυρας επικεντρώνεται στο ότι τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου δεν διαθέτουν δική τους υφαλοκρηπίδα, εφόσον επικάθονται σε αυτή της Μικράς Ασίας. Με απλά λόγια, η Τουρκία προσπαθεί να διαμοιράσει το Αιγαίο, αναγνωρίζοντας δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα μόνο στην ηπειρωτική Ελλάδα και στις νήσους των Κυκλάδων. Η εν λόγω τουρκική πολιτική είχε νόημα για την περίοδο 1974 έως το 1982, από τη στιγμή που η υφαλοκρηπίδα ήταν το σημείο αντιπαράθεσης. Όμως, με την ψήφιση της νέας Σύμβασης, το θέμα θα έπρεπε να επεκταθεί και στην ΑΟΖ (ή, ακριβέστερα, προς αυτή την κατεύθυνση θα έπρεπε να έχει στραφεί η Αθήνα).

Ωστόσο, είναι πλέον σαφές ότι, από τη στιγμή που το διεθνές δίκαιο προβλέπει τα δύο ζητήματα να λύνονται «πακέτο», η Αθήνα θα πρέπει να θέσει το θέμα υπό την πραγματική του βάση: η πρόβλεψη πως τα νησιά διαθέτουν ΑΟΖ ουσιαστικά καταρρίπτει τελεσίδικα, οριστικά και αμετάκλητα κάθε τουρκική νομικίστικη αλχημεία ως προς τον ορισμό των νήσων (μικρών, μεγάλων, με οικονομική δραστηριότητα ή όχι) ή της μη ύπαρξης γύρω από αυτά ζωνών αποκλειστικής εκμετάλλευσης. Το θέμα έχει θέσει στις πραγματικές του διαστάσεις ο δρ. Καρυώτης, ο οποίος έχει επισημάνει ότι «ΑΟΖ δεν θα διαθέτει μόνο η ηπειρωτική χώρα, αλλά και όλα τα ελληνικά νησιά. Χρησιμοποιώντας τις αρχές της ΑΟΖ, το μεγαλύτερο ποσοστό του Αιγαίου και οι φυσικοί του πόροι θα ανήκουν στην Ελλάδα και, με αυτό τον τρόπο, δεν θα χρειαστεί ούτε να γίνει κάποια επέκταση των χωρικών μας υδάτων, ούτε να συζητάμε με τους Τούρκους αν τα νησιά μας έχουν υφαλοκρηπίδα ή όχι». Οι αποστάσεις στο Αιγαίο είναι τέτοιες ώστε, με την εγκαθίδρυση ΑΟΖ, θα επιλυθούν σχεδόν αυτόματα κρίσιμα ζητήματα κυριαρχίας και για τις δυο πλευρές.

[του Δημήτρη Ιωάννου, από το
Hellenic Nexus (τ. 44, Αύγ.-Σεπτ. 2010)]

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου